ΜΙΧΑΗΛ Γ. ΙΑΚΩΒΙΔΗΣ
12.12.2021 • 21:04

Ο πρόσφατος νόµος για τις στρατηγικές επενδύσεις μπορεί να έχει σημαντικές πολιτικές επιπτώσεις. Η κυβέρνηση χαμήλωσε τον πήχυ για το τι ονομάζει «στρατηγικό», παραμένοντας ομιχλώδης για τα αναμενόμενα οφέλη, χωρίς πραγματική σύνδεση με τη βιωσιμότητα. Η πρόθεση είναι κατανοητή: άμεση έγκριση, σε χρόνους που δεν επιτρέπουν καν την ανοιχτή διαβούλευση που επιβάλλει η Ε.Ε. Σε περίπτωση καθυστέρησης, όλες οι αρμοδιότητες, από πολεοδομικά μέχρι περιβαλλοντικά, μεταφέρονται στην εποπτεία του υπουργού Ανάπτυξης.

Το πρόβλημα είναι ότι η έλλειψη δικλίδας ασφαλείας αποτελεί στρατηγικό ατόπημα. Μοναδικά νησιά όπως η Σαντορίνη και η Μύκονος έχουν υπερκορεστεί. Νησιά σαν την Ιο καταστρατηγούνται από «στρατηγικούς επενδυτές». Η λειτουργία πολεοδομικά βαριών μονάδων μπορεί να βοηθάει τους επενδυτές, αλλά σπάνια τη βιωσιμότητα ή τις τοπικές κοινωνίες. Οι συστάσεις της έκθεσης Πισσαρίδη να εξειδικευτούν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τέτοιων «Ειδικών Σχεδίων», να περιοριστούν οι παρεκκλίσεις και να ισχυροποιήσουμε την περιβαλλοντική πολιτική, έδωσαν τη θέση τους στην πολιτική άμεσης αδειοδότησης. Με ποιο αντίτιμο;

Σε μια χρονιά περιβαλλοντικών καταστροφών από πυρκαγιές και πλημμύρες, πώς μπορούμε να δικαιολογήσουμε την κατά παρέκκλιση «επαναοριοθέτηση ρεμάτων»; Αν όμβρια που δεν μπορούν να διαφύγουν καταστρέψουν περιουσίες όσων δεν έχουν «δόντι», ποια θα είναι η στρατηγική δικαιολόγηση; Και γιατί πρέπει να αλλοιώνεται χωρίς σαφείς περιορισμούς πολεοδομικά ένας τόπος, υποβαθμίζοντας το τοπικό στρατηγικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, με βασικό κριτήριο την επιφάνεια του επενδυτή; Και εάν η κυβέρνηση θεωρεί ότι πρέπει να υπάρχουν κάπου εξαιρέσεις, γιατί δεν εστιάζει σε πλήρη διαφάνεια αντί να ζητάει απλώς και μόνον «executive summaries» για τις προτεινόμενες επενδύσεις; Εδώ προκύπτουν δύο προβλήματα.

Πρώτον, από πλευράς αφηγήματος, η κυβέρνηση είναι πλέον ευάλωτη στην κατηγορία ότι δημιουργεί μια λατινοαμερικανικής μορφής διαστρωμάτωση, όπου όσοι έχουν οικονομική επιφάνεια όχι μόνο επιδοτούνται από το κράτος, αλλά και δεν χρειάζεται να ακολουθούν τους κανόνες που ισχύουν για όλους τους άλλους, αρκεί να συναινεί το υπουργικό συμβούλιο. Σε αναμονή και των εξελίξεων στον νόμο περί ανταγωνισμού, όπου θα διαφανεί το πώς η κυβέρνηση αντιμετωπίζει την οικονομική ισχύ στην Ελλάδα, ο νόμος περί στρατηγικών επενδύσεων θέτει ζητήματα ισονομίας. Δεύτερον, από περιβαλλοντικής πλευράς, η «τοις πράγμασι» στρατηγική (emerging strategy) βρίσκεται σε ευθεία αντίθεση με την εκπεφρασμένη «πράσινη ατζέντα».

Θα χρειαστεί εφαρμογή του περιβαλλοντικού νόμου όσο και του νόμου στρατηγικών επενδύ- σεων με πολύ περισσότερες δικλίδες ασφαλείας και διαφάνεια.

Πίσω από την ανησυχητική αυτή κατάσταση πιθανόν να βρίσκεται αέρας επικυριαρχίας. Η πρωτοκαθεδρία στις δημοσκοπήσεις είναι εθιστική και δημιουργεί μιαν αίσθηση υπεροχής που επιφέρει εφησυχασμό και –μοιραία– λάθη. Το πρόβλημα είναι ότι οι σφυγμομετρήσεις στην πολιτική είναι σαν την κερδοφορία στις επιχειρήσεις: ένας δείκτης με χρονική υστέρηση, ο οποίος αποτυπώνει πόσο καλά έχουν πάει τα πράγματα μέχρι του σημείου αυτού. Δεν δείχνουν τη δυναμική, η οποία, όταν θα καταγραφεί, είναι συνήθως πολύ αργά για να αναστραφεί. Ακριβώς γι’ αυτό, στον χώρο της στρατηγικής, εστιάζουμε σε στοιχεία που μπορούν να μας δώσουν πρόγευση μελλοντικών εξελίξεων (forward-looking indicators). Το ανησυχητικό φαινόμενο είναι ότι η κυβέρνηση τους τελευταίους μήνες φαίνεται να αγνοεί τέτοιους δείκτες. Εχει εν πολλοίς απολέσει τη στήριξη ακόμη και των μετριοπαθών ασχολουμένων με το περιβάλλον, συμπεριλαμβανομένων των περιβαλλοντικών οργανώσεων, και η ρήση του υπουργού Ανάπτυξης ότι «για να είναι όλες οι οργανώσεις αντίθετες, κάτι κάνω καλά», από γραφική αποστροφή φαίνεται δυστυχώς να έχει μεταστραφεί σε κυβερνητική θέση. Ο πρόσφατος νόμος για το περιβάλλον και το στρατηγικό ατόπημα που συζητείται στη Βουλή για τις επενδύσεις, εάν δεν βελτιωθούν, θα αφήσουν αποτύπωμα σε μία διετία, όταν, τόσο για το περιβάλλον όσο και για την πολιτική δυναμική, θα είναι αργά.

Η κινητοποίηση στις εκλογές του ΚΙΝΑΛ, η οποία παραπέμπει στη δυναμική που έδωσε στον Κυριάκο Μητσοτάκη την ηγεσία της Ν.Δ. και κατόπιν την πρωθυπουργία, είναι το πλέον απτό μήνυμα ότι ο εφησυχασμός της κυβέρνησης μπορεί να καταστεί αυτοκαταστροφικός. Η ελαφρότητα με την οποία το θέμα του περιβάλλοντος αντιμετωπίζεται από την κυβέρνηση, παρ’ όλη την υφολογική προσήλωση στην «πράσινη ανάπτυξη», μπορεί να αποτελέσει όχι μόνο σοβαρό κίνδυνο για το φυσικό και ανθρωπογενές μας περιβάλλον, αλλά και πολιτική αυτοχειρία. Υπάρχει ακόμη περιθώριο αναπροσαρμογής, αλλά θα απαιτήσει αλλαγή προτεραιοτήτων στην πράξη, και όχι στα λόγια: Πρώτον, θα χρειαστεί εφαρμογή του περιβαλλοντικού νόμου όσο και του νόμου στρατηγικών επενδύσεων με πολύ περισσότερες δικλίδες ασφαλείας, διαφάνεια και αιτιολόγηση του γιατί μία επένδυση (και δη στον τουρισμό) είναι «στρατηγική», καθώς και συντονισμός με Περιφερειακά Χωροθετικά/Αναπτυξιακά και Πολεοδομικά Σχέδια που πρέπει να προχωρήσουν. Δεύτερον, δημιουργία Ανεξάρτητης Αρχής Περιβάλλοντος για να υπάρξει σοβαρή και αποτελεσματική περιβαλλοντική προστασία. Τρίτον, οργανωμένο σχέδιο για βιώσιμη τουριστική ανάπτυξη. Χωρίς πρόοδο στα τρία αυτά μέτωπα, το κυβερνητικό ενδιαφέρον και τα θετικά «πράσινα» βήματα θα απαξιωθούν πολιτικά, αποξενώνοντας ευαισθητοποιημένο μέρος του κεντρώου χώρου προς τα αριστερά. Ο χρόνος για τη στρατηγική αναδιάρθρωση της κυβέρνησης στο περιβάλλον και την ισονομία πιέζει, με την πολιτική αναδιάταξη ante portas.

* Ο κ. Μιχαήλ Γ. Ιακωβίδης (www.jacobides.com) κατέχει την Εδρα Sir Donald Gordon Chair Καινοτομίας και Επιχειρηματικότητας στο London Business School, όπου είναι καθηγητής Στρατηγικής. Είναι σύμβουλος Στρατηγικής στην Ελληνική Εταιρεία Περιβάλλοντος και Πολιτισμού.

πηγή:https://www.kathimerini.gr/opinion/561625837/stratigiki-aytocheiria/