Άρθρο της εφημερίδας ΕΘΝΟΣ via NEWS NOW

ΑΓΓ. ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ Ο ΣΚΟΤΕΙΝΟΣ ΜΕΓΑΛΟΕΠΕΝΔΥΤΗΣ ΤΩΝ ΚΥΚΛΑΔΩΝ

Το καλοκαίρι, 28 δήμαρχοι νησιών, από τη Σαντορίνη, τη Μύκονο και την Πάρο έως τη Σάμο, τα Κύθηρα και τη Θάσο, τάχθηκαν ενάντια στην ανέγερση «τουριστικών χωριών» στις περιοχές τους. Πρόσφατα, οι 10 μεγαλύτερες περιβαλλοντικές οργανώσεις της χώρας υποστήριξαν ότι οι ρυθμίσεις που προωθούνται το τελευταίο διάστημα για τον τουρισμό θα καταστρέψουν τις τελευταίες παρθένες περιοχές της Ελλάδας. Ομως, τα υπουργεία Τουρισμού και Περιβάλλοντος επιμένουν. Και μετά τον ν.4179/13 που προωθεί ουσιαστικά παντού την ανέγερση «τουριστικών χωριών» και τις μεγάλης κλίμακας τουριστικές μονάδες, έρχεται το ειδικό χωροταξικό για τον τουρισμό να απαλείψει και τους τελευταίους περιορισμούς.

Τα τουριστικά χωριά ή «σύνθετα τουριστικά καταλύματα» θεσπίστηκαν με τον ν.4002/11. Πρόκειται για μεγάλης κλίμακας τουριστικές μονάδες, που περιλαμβάνουν κατοικίες για μακρόχρονη ενοικίαση ή πώληση – με τη μόνη διαφορά ότι αυτές θα έχουν χτιστεί με όρους δόμησης ξενοδοχείου και όχι με βάση τους περιορισμούς της εκτός σχεδίου δόμησης. Το μοντέλο αυτό έχει εφαρμοστεί κατά κόρον τις προηγούμενες δεκαετίες στις ισπανικές και τουρκικές ακτές, συμβάλλοντας στη «φούσκα» του real estate στις δύο χώρες και οδηγώντας στην οριστική καταστροφή μεγάλου κομματιού της ακτογραμμής.

Σταθερή κατεύθυνση

Παρά ταύτα, τα νομοθετήματα που την τελευταία διετία προωθεί η Γενική Γραμματεία Τουριστικών Υποδομών και Επενδύσεων κινούνται σταθερά στην ίδια κατεύθυνση, λειτουργώντας ουσιαστικά προς όφελος της κτηματαγοράς αλλά όχι και μιας αειφορικής θεώρησης του ελληνικού τουρισμού. Το επισημαίνουν στην κοινή τους επιστολή οι 28 δήμαρχοι νησιών: «Η παραθεριστική κατοικία δεν είναι τουριστική επένδυση και η μέση δαπάνη του παραθεριστή έχει αποδειχθεί πολλάκις κατώτερη από εκείνη των τουριστών. Συνεπώς, η στόχευση του νομοσχεδίου για αναβάθμιση του ελληνικού τουριστικού προϊόντος έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τις προωθούμενες διατάξεις για την περαιτέρω δόμηση νέων κατοικιών, οδηγώντας στην υποβάθμιση του δομημένου περιβάλλοντος τη στιγμή που υπάρχουν 55.000 αδιάθετες κατοικίες σε εθνικό επίπεδο, το 44% των οποίων υπολογίζονται σε ευαίσθητης κλίμακας και περιορισμένης φέρουσας ικανότητας περιοχές, όπως ελληνικά νησιά», αναφέρουν στην κοινή τους επιστολή, που στάλθηκε το καλοκαίρι, σε μια -αποτυχημένη- προσπάθεια να ανακόψουν την ψήφιση του ν.4179/13.

Τις ημέρες αυτές η στρατηγική του υπουργείου Τουρισμού για απάλειψη όλων των περιορισμών για τα τουριστικά χωριά βρίσκεται στην τελική της φάση. Στο Εθνικό Συμβούλιο Χωροταξίας (γνωμοδοτικό όργανο στο υπουργείο Περιβάλλοντος) συζητείται η αναθεώρηση του Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τον Τουρισμό, στην ίδια κατεύθυνση. Χαρακτηριστικό είναι ότι το κατώτερο όριο (έκτασης, που τέθηκε στον 4179/13) των 90 τετ. χλμ. για τα νησιά, μετά το οποίο δεν επιτρέπεται η δημιουργία «σύνθετων τουριστικών καταλυμάτων», απουσιάζει εντελώς από το νέο χωροταξικό του τουρισμού.

Μεγάλα «χωριά» σε μικρά νησιά

Με άλλα λόγια, τα τουριστικά χωριά μπορούν να ανεγερθούν ακόμα και στα μικρά αιγαιοπελαγίτικα νησιά. «Προωθείται σε κάθε κατηγορία του εθνικού χώρου η εισαγωγή σύνθετων τουριστικών καταλυμάτων και οργανωμένων υποδοχέων τουριστικής δραστηριότητας, ενός προτύπου ανάπτυξης που θα οδηγήσει νομοτελειακά στην υποβάθμιση τοπίων τα οποία μέχρι τώρα αποτελούσαν εκ των απαράμιλλων συγκριτικών τουριστικών πλεονεκτημάτων της χώρας», αναφέρει στην κριτική της η Ελληνική Εταιρία Περιβάλλοντος και Πολιτισμού. «Οι ισχυρισμοί του υπουργείου Τουρισμού ότι αυτές οι νέες υποδομές θα αποτελέσουν τη ναυαρχίδα της τουριστικής ανάπτυξης της χώρας, καθώς θα φέρουν ξένες επενδύσεις, υποσκάπτονται από το γεγονός ότι αυτές υπάγονται στον επενδυτικό νόμο (ν. 3908/2011 όπως τροποποιήθηκε από τον ν. 4146/2013 και ισχύει), ο οποίος προβλέπει κρατική ενίσχυση αυτών των επενδυτικών σχεδίων», αναφέρει η τοποθέτηση της περιβαλλοντικής οργάνωσης WWF. «Λαμβάνοντας ειδικότερα ως δεδομένο ότι από καμία δημόσια διαθέσιμη μελέτη δεν προκύπτει ζήτηση για τέτοια καταλύματα, η φρενήρης νομοθετική δραστηριότητα για τη διευκόλυνσή τους προκαλεί πολλές αμφιβολίες επί της οικονομικής, αναπτυξιακής αλλά προφανώς και οικολογικής βιωσιμότητάς τους».


ΠΗΓΗ