ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΑΓΙΑΝΟΣ*

Κατατέθηκε πρόσφατα από το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας (ΥΠΕΝ) στη Βουλή σχέδιο νόμου που ρυθμίζει, μεταξύ άλλων, τον θεσμό των ελέγχων συμμόρφωσης με την περιβαλλοντική νομοθεσία. Οι προβλέψεις του νομοσχεδίου χειροτερεύουν μια ήδη προβληματική κατάσταση και βρίσκονται μακριά από τις διεθνείς πρακτικές. Καταδεικνύουν επίσης μια συγκεντρωτική αντίληψη για τη δημόσια διοίκηση, όπου η αυτονομία και λογοδοσία των διοικητικών μονάδων είναι περιορισμένη και τα πάντα βρίσκονται υπό πολιτικό έλεγχο.

Το νομοσχέδιο προβλέπει τη σύσταση επιτροπής στο ΥΠΕΝ που θα εποπτεύει τους περιβαλλοντικούς ελέγχους, θα συγκροτείται με απόφαση του υπουργού και θα προεδρεύεται από γενικό γραμματέα. Οι έλεγχοι θα περιορίζονται σε διαπιστώσεις για το αν έχουν σημειωθεί παραβάσεις της περιβαλλοντικής νομοθεσίας και σε κατάρτιση σχεδίου συμμόρφωσης. Η προθεσμία συμμόρφωσης θα εξαρτάται από τη σοβαρότητα των παραβάσεων και το κόστος συμμόρφωσης και θα ανέρχεται μέχρι και σε τρία χρόνια. Μετά την προθεσμία συμμόρφωσης θα διεξάγεται νέα αυτοψία και στην περίπτωση που πάλι δεν διαπιστώνεται συμμόρφωση θα καταλογίζονται κυρώσεις.
Με την προτεινόμενη διαδικασία, οι περιβαλλοντικοί έλεγχοι και κυρώσεις καθίστανται πολιτικές αποφάσεις. Καθώς η εποπτεύουσα επιτροπή ελέγχεται από τον υπουργό, ουσιαστικοί έλεγχοι και κυρώσεις δεν θα εγκρίνονται αν αυτός δεν συμφωνεί. Ως συνέπεια, ο υπουργός θα δέχεται πιέσεις από παρανομούσες επιχειρήσεις να αποφύγουν τις κυρώσεις. Η δυνατότητα που τέτοιες επιχειρήσεις θα έχουν να «πέσουν στα μαλακά» ενισχύεται καθώς με την προτεινόμενη διαδικασία παρέχεται στα αρμόδια διοικητικά όργανα μεγάλη διακριτική ευχέρεια ως προς την προθεσμία συμμόρφωσης και την επιβολή κυρώσεων, χωρίς παράλληλα να προβλέπεται λογοδοσία ως προς τις επιδόσεις τους, δείκτες απόδοσης κ.λπ.

Τα παραπάνω βρίσκονται μακριά από τις διεθνείς πρακτικές. Σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, η Ιρλανδία και η Ιταλία, οι περιβαλλοντικοί έλεγχοι έχουν ανατεθεί σε ανεξάρτητες αρχές με επαρκείς πόρους και λογοδοσία. Σε χώρες όπως η Γαλλία και η Πορτογαλία, όπου οι έλεγχοι γίνονται από υπηρεσίες του υπουργείου Περιβάλλοντος, οι υπηρεσίες αυτές έχουν σημαντική λειτουργική αυτονομία και γενικότερα υπάρχει ισχυρότερη κουλτούρα αυτονομίας και λογοδοσίας στη δημόσια διοίκηση.

Ενα δεύτερο προβληματικό στοιχείο είναι ότι οι περιβαλλοντικοί έλεγχοι περιορίζονται σε διαπιστώσεις παραβάσεων και συστάσεις συμμόρφωσης, με τυχόν κυρώσεις να επιβάλλονται ύστερα από χρόνια. Μερικές συγκρίσεις είναι χρήσιμες εδώ. Τι θα γινόταν αν φορολογικοί έλεγχοι που διαπίστωναν παραβάσεις παρείχαν μόνο συστάσεις για συμμόρφωση σε ορίζοντα τριετίας; Η φοροδιαφυγή θα εκτοξευόταν. Τι συνέπειες θα είχε για την εταιρική διακυβέρνηση αν η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορούσε μόνο να παρέχει συστάσεις για συμμόρφωση σε επιχειρήσεις των οποίων οι λογιστικοί έλεγχοι διαπίστωναν οικονομικές ατασθαλίες;

Οι παραπάνω συγκρίσεις καταδεικνύουν ότι οι προτεινόμενοι περιβαλλοντικοί έλεγχοι δεν θα έχουν αποτρεπτική ισχύ. Καταδεικνύουν επίσης τη σημασία της αυτονομίας και λογοδοσίας των διοικητικών μονάδων. Οι φορολογικοί έλεγχοι μεταφέρθηκαν σε ανεξάρτητη αρχή (ΑΑΔΕ) από το υπουργείο Οικονομικών (κατά τη διάρκεια των μνημονίων και παρά τις ισχυρές αντιδράσεις) για να μειωθεί η φοροδιαφυγή, καθώς οι έλεγχοι δεν θα υπόκειντο σε πολιτικές πιέσεις και θα υπήρχε λογοδοσία. Ο έλεγχοι συμμόρφωσης με την εργατική νομοθεσία γίνονται επίσης από ανεξάρτητη αρχή, και η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς είναι ανεξάρτητη αρχή. Σε όλες τις περιπτώσεις, το ζητούμενο είναι η διαδικασία να γίνεται από διοικητικό όργανο που λογοδοτεί μεν στους πολιτικούς προϊσταμένους αλλά διαθέτει εχέγγυα ανεξαρτησίας.

Ενα τρίτο προβληματικό στοιχείο είναι η μη αποσαφήνιση αρμοδιοτήτων μεταξύ των ελεγκτικών υπηρεσιών του ΥΠΕΝ και αυτών στις περιφέρειες και στις αποκεντρωμένες διοικήσεις, ιδιαίτερα τώρα που στο μείγμα προστίθενται και ιδιώτες ελεγκτές. Οι θολές αρμοδιότητες ευνοούν τη διάχυση των ευθυνών και την έλλειψη λογοδοσίας.
Ενα ισχυρό ελεγκτικό όργανο για το περιβάλλον είναι απαραίτητο. Το ίδιο ισχύει γενικότερα για έναν δημόσιο φορέα που να παρακολουθεί την ποιότητα του περιβάλλοντος και να συνηγορεί υπέρ αυτού – όπως κάνουν οι ανεξάρτητες αρχές στις προαναφερθείσες χώρες. Χωρίς τις υποδομές αυτές, η χώρα δύσκολα θα μπορέσει να προστατεύσει το φυσικό της κεφάλαιο και να αντεπεξέλθει σε σημαντικές προκλήσεις του μέλλοντος, όπως η προστασία της βιοποικιλότητας, η κυκλική οικονομία και η κλιματική ουδετερότητα.

* Ο κ. Δημήτρης Βαγιανός είναι καθηγητής Χρηματοοικονομικών στο London School of Economics, μέλος της Επιτροπής Πισσαρίδη και μέλος του Δ.Σ. του WWF Ελλάδας.

πηγή:https://www.kathimerini.gr/opinion/561542740/mia-kaki-politiki-gia-to-perivallon/